αμείωτος

αμείωτος
η , ο [ος , ον ]
1) неумёньшенный, целый; 2) не униженный; не могущий быть униженным;

αμείωτη υπόληψη — безупречная репутация;

3) неослабевающий, неослабный;

με αμείωτο ενδιαφέρον — с неослабевающим интересом


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "αμείωτος" в других словарях:

  • ἀμείωτος — not to be diminished masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμείωτος — η, ο (Α ἀμείωτος, ον) [μειώνω] αυτός που δεν μειώθηκε ή δεν μπορεί να μειωθεί, ακέραιος ανέπαφος νεοελλ. 1. (με ηθική σημασία) αυτός που δεν υπέστη ή δεν μπορεί να υποστεί ηθική μείωση, αταπείνωτος, ανεπισκίαστος 2. (με ποιοτική σημασία)… …   Dictionary of Greek

  • αμείωτος — η, ο επίρρ. α αυτός που δε μειώθηκε ή δεν μπορεί να μειωθεί (υλικά ή ηθικά): Μ όλες τις διαδόσεις σε βάρος του η δημοτικότητά του έμεινε αμείωτη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀμειώτως — ἀμείωτος not to be diminished adverbial ἀμείωτος not to be diminished masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμείωτον — ἀμείωτος not to be diminished masc/fem acc sg ἀμείωτος not to be diminished neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμειώτου — ἀμείωτος not to be diminished masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμειώτων — ἀμείωτος not to be diminished masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμειώτῳ — ἀμείωτος not to be diminished masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμείωτα — ἀμείωτος not to be diminished neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμείωτοι — ἀμείωτος not to be diminished masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλαμάνα — Άλλη ονομασία του ποταμού Σπερχειού. Στη γέφυρά του πολέμησαν τον Απρίλιο του 1821 Έλληνες με αρχηγό τον Αθανάσιο Διάκο και Τούρκοι με αρχηγό τον Ομέρ Βρυώνη. Στην περίφημη αυτή μάχη της Α., που αποτέλεσε έμπνευση για πολλούς καλλιτέχνες αργότερα …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»